Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Συντηρητισμός έναντι Σοσιαλισμού έναντι Φιλελευθερισμού 101

Συντηρητισμός.

Πρωταρχική επιδίωξη: Η αποφυγή του κινδύνου της οπισθοδρόμησης που ενσωματώνει κάθε αλλαγή.

Συνήθως υποστηρίζεται από: Τους προνομιούχους και τους βολεμένους αυτού του κόσμου. 

Πρωταρχικό πρόβλημα: Η εξέλιξη φέρνει τεράστιες αλλαγές που κάνουν την διατήρηση των κεκτημένων αναποτελεσματική, με αποτέλεσμα να καταλήγει σε αντιδραστικότητα.

________________

Σοσιαλισμός.

Πρωταρχική επιδίωξη: Η ισότητα στην πρόσβαση στους πόρους.

Συνήθως υποστηρίζεται από:  Τους αδικημένους αυτού του κόσμου.

Πρωταρχικό πρόβλημα: Οι πόροι είναι εν ανεπαρκεία και η παραγωγή τους χρειάζεται κίνητρα και ικανότητες που έχουν τεράστιο φάσμα διαφορών μεταξύ των προσώπων, με αποτέλεσμα να γίνεται απαραίτητη η διαρκώς αυξανόμενη καταπίεση των πιο ικανών και πρόθυμων που είναι ακριβώς εκείνοι που δημιουργούν τον περισσότερο κοινωνικό πλούτο, επομένως όλοι γίνονται φτωχότεροι.
______________

Φιλελευθερισμός.

Πρωταρχική επιδίωξη: Η ισότητα στην πρόσβαση στις επιλογές.

Συνήθως υποστηρίζεται από: Τους ικανούς και δημιουργικούς αυτού του κόσμου. 

Πρωταρχικό πρόβλημα: Ο πλούτος σε κατάσταση ελευθερίας συνιστά αυτοενισχυόμενη κατάσταση, με αποτέλεσμα οι πλούσιοι να αποκτούν δυσανάλογα μεγάλη δύναμη σε σχέση με την προσφορά τους στον κοινωνικό πλούτο, και να καταλήγουν με τον πλούτο τους να "αγοράζουν θεσμική προστασία", δηλαδή να γίνονται οι ισχυρότεροι εχθροί του φιλελευθερισμού. Οι πιο πετυχημένοι φιλελεύθεροι συχνά μετά την επιτυχία τους γίνονται Συντηρητικοί.



Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Consciousness definition

Consciousness is the ability of an entity to:
  1. observe reality
  2. be aware of its own limits within reality, i.e. which parts of reality are external and which internal to itself
  3. symbolically internalize aspects of its own observations in the forms of data and models
  4. process the data using the models
  5. use the output of processing in 4 to (re)act both internally and externally to itself.



Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Πατριωτισμός εναντίον Εθνικισμού

Πατριωτισμός είναι ν' αγαπώ την πατρίδα μου, με τα καλά της και με τα κακά της, επειδή είναι η δική μου.

Εθνικισμός είναι ο πατριωτικός ρατσισμός, δηλαδή να πιστεύω ότι η πατρίδα μου είναι η καλύτερη, επειδή είναι δική μου.


Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Απαξίωση ή Σκληρή Αλήθεια;

Σε τι διαφέρει μια Σκληρή Αλήθεια από μια Απαξίωση; Πώς αναγνωρίζεται;

Από το κίνητρο μου, εμένα που την εκπέμπω ψυχολογικά.

Την Απαξίωση την κάνω, είτε την πιστεύω είτε όχι, για να αισθανθώ ανώτερος και να σου δημιουργήσω αρνητικά συναισθήματα.

Την Σκληρή Αλήθεια την λέω επειδή την πιστεύω, για να οριοθετήσω ένα πρόβλημα, παρά τα αρνητικά συναισθήματα που θα σου δημιουργήσω.


Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Αστοιχειοθέτητος



Ο Ποντικός έτρεχε κάπου βιαστικός. Κάτι είδε από μακρυά η Γάτα με την εξαιρετική της όραση, τρέχει κι αυτή να προλάβει και όταν μετά βίας αναγνώρισε την χαρακτηριστική ουρά ενός ποντικιού πριν εξαφανιστεί, προβληματίστηκε βαθειά. “Πού να τρέχει αυτό έτσι βιαστικά; Μμμμμ, προφανώς κάποια σύντροφος και συνάδελφος το κυνηγάει, μάλλον η φίλη μου η Στεφανία, ίσως είναι ακόμα πεινασμένη από χτες που μου έλεγε ότι δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει το βραδυνό της ...”. Κάτι βλέπει ομοίως από την απέναντι γωνία ο Σκύλος που ήταν κάπως πιο κοντά, τρέχει και μόλις πρόφτασε κι αυτός να αναγνωρίσει ένα ποντίκι. Φυσικά προβληματίστηκε όπως κι η Γάτα: “Μμμμμ, προφανώς είναι πεινασμένο και εντόπισε μιά λιχουδιά, κάποιο κομμάτι τυρί μάλλον, ίσως κεφαλοτύρι που μου έλεγε χθες ο φίλος μου ο Αζορ ότι φυλάγει κάπου ο γείτονας στην αποθήκη. Μάλλον γι' αυτό πηγαίνει προς τα κει ...”.

Βυθισμένοι σ' αυτές τις σκέψεις βρέθηκαν κοντά Σκύλος και Γάτα ο ένας στον άλλον χωρίς να το καταλάβουν. Αντάλλαξαν έναν ψυχρό χαιρετισμό, είναι γνωστό ότι δεν συμπαθούν και πολλοί αλλήλους και, τι να πουν, αναπόφευκτα η επαφή τους οδήγησε σύντομα στο επίκαιρο θέμα που απασχολούσε εκείνη την στιγμή και τους δύο, του βιαστικού ποντικιού. Σύντομα διεφάνη ότι συμφωνούσαν πως το ζήτημα ήταν κατά πάσα πιθανότητα ιδιαίτερα σημαντικό, και πάντως οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο οπότε, Σκύλος και Γάτα, παραμέρισαν προσωρινά τις παραδοσιακές διαφορές τους και συναντήθηκαν σε ουδέτερο έδαφος, σε κάποια καθαρή και απάγκια άκρη του δρόμου για να το συζητήσουν διεξοδικά ώστε να φτάσουν ορθολογικά σε κάποιο κοινά αποδεκτό συμπέρασμα και σχέδιο δράσης. Η Γάτα ξεκίνησε με την δική της επιχειρηματολογία:



 “Ξέρω γιατί έτρεχε το ποντίκι”, είπε περήφανη που είχε ανακαλύψει τον κρυφό του λόγο τόσο γρήγορα. “Γιατί το κυνηγούσε η φίλη μου η Στεφανία να το φάει!”. 
 “Μπα”, την κοίταξε γεμάτος σκεπτικισμό ο Σκύλος. “και πώς το ξέρεις ότι ήταν η Στεφανία; Δεν υπάρχουν δηλαδή άλλες γάτες που κυνηγούν ποντίκια;”. Η προηγούμενη ερώτηση “πώς το ξέρεις ότι έτρεχε κυνηγημένο;”, δεν του προέκυψε μέσα στην βιασύνη του να κάνει τον έξυπνο.  
 “Το ξέρω γιατί μου έλεγε χθες ότι ήταν πολύ πεινασμένη!”. Με αυξημένη αυτοπεποίθηση που χάρις στις διασυνδέσεις της και τις αποκλειστικές της πληροφορίες είχε απάντηση, συνέχισε τώρα η Γάτα: “Ξέρω ακόμα ότι η Στεφανία νοστιμεύεται πολύ τα σκούρα ποντίκια με τα πεταχτά αυτιά, και, απ' όσο πρόλαβα να δω αυτό ήταν ξεκάθαρα ένα ποντίκι σκούρο με πεταχτά αυτιά”.
 “Ανοησίες”, έβαλε έμφαση στην λέξη ο Σκύλος, όσο περισσότερη μπόρεσε. “Δεν μου φάνηκαν καθόλου πεταχτά τα αυτιά του για ποντίκι. Όσο για το χρώμα του, τι να σου πω, έχω ελαφρά μορφή αχρωματοψίας και δεν έχω ξεκάθαρη άποψη. Δεν έχει όμως σημασία, κι αυτό γιατί συμβαίνει να διαφωνώ κάθετα μαζί σου.”
 “Μπα, και γιατί παρακαλώ;”
 “Γιατί πιστεύω ότι έτρεχε από την πείνα του, για να φάει τυρί!”
 “Γιατί ειδικά τυρί;”, ρώτησε η Γάτα. Με την σειρά της, και για τον ίδιο λόγο, της διέφυγε η λογικά προηγούμενη ερώτηση “πως το ξέρεις ότι ήταν από την πείνα;”.
 “Έλα τώρα καημένη, τι ερώτηση είναι αυτή; Όλοι το ξέρουν ότι το τυρί αρέσει στα ποντίκια.” Αναθαρρημένος από τον στιγμιαίο δισταγμό της Γάτας, βιάστηκε ο Σκύλος να συνεχίσει: “Άλλωστε έτρεχε προς την κατεύθυνση της αποθήκης, όπου”, πήρε τώρα το επίσημο, βαρύγδουπο ύφος του, “όπως τυγχάνει να γνωρίζω φυλάσσεται τυρί. Αλλιώς πώς εξηγείται η κατεύθυνσή του;”, ρώτησε επιτακτικά.
 “Αν έτρεχε κυνηγημένο, προς τα κάπου έπρεπε να τρέχει”, δοκίμασε να πει διστακτικά η Γάτα, όμως την έκοψε ο Σκύλος γιατί είχε πάρει φόρα και η ερώτησή του ήταν καθαρά ρητορική.
 “Επιπλέον, και το τονίζω αυτό, το τυρί μέσα στην αποθήκη είναι κατά πάσα πιθανότητα κεφαλοτύρι. Μάλλον τα ποντίκια με πεταχτά αυτιά, ή καλύτερα τα σκούρα ποντίκια, έχουν αδυναμία στο κεφαλοτύρι. Το αποκλείεις; Ίσως τα δύο αυτά χαρακτηριστικά να ελέγχονται από κοινό σύνολο γονιδίων, καταλαβαίνεις...”, έκανε με νόημα ο Σκύλος, επιδεικνύοντας επί τη ευκαιρία το υψηλό επίπεδο ενημέρωσής του στις σύγχρονες εξελίξεις της μοριακής βιολογίας.

Η Γάτα προτιμούσε να αποφεύγει τα “επιστημονικά” γιατί την μπέρδευαν. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου δε, γιατί είχε εν τω μεταξύ ανασυντάξει τα δικά της επιχειρήματα και επανέφερε με ένταση το ζήτημα της πεινασμένης Στεφανίας και την έμφυτη τάση των ποντικιών, της οποίας τάσης είχε μάλιστα μακρόχρονη και άμεση εμπειρία παλαιότερα, να τρέχουν βιαστικά για να ξεφύγουν από γάτες που τα κυνηγάνε. Ο Σκύλος δεν αντέλεγε επ' αυτού, δεν έβλεπε όμως γιατί το κυνήγι της Στεφανίας θα ωθούσε τον συγκεκριμένο ποντικό την συγκεκριμένη στιγμή να τρέχει προς την αποθήκη, οπότε επέμενε πως η δική του άποψη ότι έτρεχε να φάει κεφαλοτύρι, ήταν καλύτερα θεμελιωμένη. Άλλωστε η πείνα είναι κι αυτή αναμφισβήτητα εξ ίσου ισχυρό κίνητρο βιασύνης με την αυτοσυντήρηση, αν όχι και ισχυρότερο, επέμενε.

Έτσι τα κάθε λογής επιχειρήματα πήγαιναν κι έρχονταν καταιγιστικά. Οι δύο άσπονδοι φίλοι, έδειχναν πολύ απορροφημένοι από την συζήτησή τους, και, παρά την έντονη αντιπαράθεση που κάπου-κάπου εξαντλούσε και τα όρια των καλών τρόπων, δεν έδειχναν καμία διάθεση να την σταματήσουν. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν πιο ξεκάθαρο ότι οι πιθανότητες συμφωνίας ήταν πολύ περιορισμένες, είχε όμως ωραίο ήλιο σε κείνη την μεριά του δρόμου που είχαν προσεκτικά διαλέξει στο χειμωνιάτικο πρωινό, και η ώρα του γεύματος αργούσε ακόμα, οπότε τι καλύτερος τρόπος από μια παθιασμένη πλην πολιτισμένη αντιπαράθεση επιχειρημάτων για να περάσει ευχάριστα και δημιουργικά η ώρα; Ήξεραν βέβαια και οι δύο πολύ καλά από παλιά που ήταν ακόμα αλανιάριδες, ότι να παρακολουθήσεις ποντίκι για να δεις πού πηγαίνει και γιατί, είναι πολύ κουραστικό και δύσκολο, ειδικά όταν βιάζεται, άσε που κινδυνεύεις να λερωθείς και να ακούσεις μετά κατσάδα από την κυρά για το παρκέ της. Το αποτέλεσμα δε, έτσι σκουριασμένοι που ήταν τώρα πια, εξαιρετικά αβέβαιο.

Το καλύτερο όμως ήταν το άλλο, που ακούγοντας την ζωηρή συζήτηση τα διάφορα ζώα της γειτονιάς, γάτες, σκύλοι, μυρμήγκια, κατσαρίδες, ποντίκια, σαρανταποδαρούσες, περιστέρια κλπ., είχαν ενδιαφερθεί για την φασαρία και, αφήνοντας τις δουλειές τους μαζεύτηκαν κοντά, οπότε Σκύλος και Γάτα ξαφνικά, όχι όμως αναπάντεχα, απέκτησαν και θαυμαστές – υποστηρικτές. Μέχρι και μία κότα τόλμησε να βγει μετά από καιρό στον δρόμο, κι ας σερνόταν μια κακή γρίπη ειδική για κότες εκείνη την εποχή, και κόλλησε κι αυτή, ευτυχώς όμως όχι την γρίπη. Η εξέδρα ήταν μοιρασμένη και το ενδιαφέρον έντονο. Κι αν Σκύλος και Γάτα ξέμεναν από λεκτικά πυρομαχικά κάποια στιγμή, πάντα κάποιος από “τη γαλαρία” βρισκόταν να πετάξει κάτι για να αναζωπυρώσει το πηγαδάκι. Σε αντίθεση με την πλειονότητα του κοινού, η καημένη η κότα ήταν αναποφάσιστη ακόμα. Έχασε την αρχή και δεν πολυκαταλάβαινε τι έλεγαν, ήταν όμως σίγουρη ότι επρόκειτο για καυτό ζήτημα, το αισθανόταν στον αέρα, το έβλεπε στην προσήλωση και την ένταση στα πρόσωπα όλων, πως εκείνη την στιγμή, σ' εκείνη την γωνία του δρόμου, γραφόταν ιστορία που θα τροφοδοτούσε για πολύ καιρό τα πιο in κουτσομπολιά της γειτονιάς, αν όχι και τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις του τετραγώνου, και πως όποιος είχε διαμορφωμένη θεμελιωμένη άποψη για το ζήτημα είχε και εξασφαλισμένο ακροατήριο για κάμποσο καιρό. Γι' αυτό ήθελε πολύ, τόσο να πολυκαταλάβει όσο και να αποφασίσει. Εν τω μεταξύ για να μην εμφανίζεται αμέτοχη, όποτε έβρισκε την στιγμή αρμόζουσα, κακάριζε με ειλικρινή ενθουσιασμό και ζέση συνεισφέροντας “το κατά δύναμιν” στην γενική ατμόσφαιρα.

Τέλεια!”, σκέφτηκε ο Ποντικός. Απαρατήρητος όλη αυτή την ώρα είχε παρακολουθήσει την σκηνή σε όλες της τις λεπτομέρειες. Δεν του έμενε όμως πολύς χρόνος πιά, και δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει, οπότε συνέχισε την τρεχάλα του. “Καλά ε, δούλεψε καλύτερα κι απ' όσο ήλπιζα. Βρε μπας και είμαι ιδιοφυία και δεν το ξέρω; Χρειάστηκε να περιμένω κάμποσο για να με δουν ταυτόχρονα η Γάτα και ο Σκύλος, όμως χαλάλι. Μωρ' εγώ χαραμίζομαι σ' αυτή την γειτονιά. Στο μαντείο των Δελφών έπρεπε να κάνω εγώ καριέρα!” καμάρωσε μόνος του. “Με το ακροατήριο ήμουν λίγο τυχερός", εκτίμησε αντικειμενικά την συγκυρία. "Πρέπει να βρω έναν τρόπο να το εντάξω αποτελεσματικότερα στον σχεδιασμό μου την επόμενη φορά”. Ο συνδυασμός της επιτυχίας και της προσδοκίας του είχαν ανεβάσει ακόμα περισσότερο την αδρεναλίνη και μέσα στην υπερδιέγερση το μυαλό του έπαιρνε τόσες στροφές όσες και τα πόδια του. 

“Κι έχω και διασκεδαστική ιστορία να διηγηθώ για ζέσταμα, και είναι και επίκαιρη, και είμαι και ο ήρωας, τέλεια. Καλύτερα δεν γινόταν. Με τέτοιο κοινό αυτοί είναι ικανοί να ξεχάσουν και την πείνα τους το μεσημέρι. Τώρα ακόμα κι αν φανεί η λιμασμένη Στεφανία, θα κολλήσει κι αυτή, οπότε σίγουρα θα μείνουμε ανενόχλητοι πιο πολύ κι απ' όσο υπολόγισα, τέλεια!”. Στην σκέψη αυτή έκοψε το βήμα του. “Υπάρχει χρόνος, ας πάω με το πάσο μου, δεν είναι καλό να φτάσω ακριβώς και ιδρωμένος.”. Είχε σχεδόν φτάσει, τώρα όμως αντί να βιάζεται, βίασε τον εαυτό του να συγκρατήσει την ανυπομονησία του. Το μυαλό του όμως συνέχισε να δουλεύει πυρετωδώς, και ακόμα μια ιδέα έκανε την εμφάνισή της.

“Αφού η ώρα δεν είναι πρόβλημα, δεν κάνω και μια σύντομη παράκαμψη για την αποθήκη του γείτονα να αρωματιστώ λίγο με Μετσοβόνε; Τρία λεπτά μόνο θα πάρει, το πολύ τέσσερα, ακριβώς η καθυστέρηση που χρειάζεται για να δείξω άνετος αλλά όχι αδιάφορος. Τέλεια, τέλεια!!”. Ήξερε ότι ο χρονισμός και το κατάλληλο άρωμα μπορούσε να κάνει την διαφορά σ' αυτές τις περιστάσεις και επίσης ότι Μετσοβόνε ήταν το αγαπημένο άρωμα της Ναταλίας. “Ευτυχώς το κεφαλοτύρι έχει τελειώσει από καιρό”, σκέφτηκε με εσωτερική γκριμάτσα αποστροφής. “Τίποτα χειρότερο από μυρωδιά από κεφαλοτύρι όταν προσπαθείς να φτιάξεις ατμόσφαιρα”. Είχε κάνει πολύ κόπο για να εξασφαλίσει αυτό το πρώτο ραντεβού με την πιο όμορφη και δύσκολη ποντικίνα της γειτονιάς και περιχώρων και του ήταν σημαντικό να είναι όλα στην εντέλεια. Δεν στάθηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά, ξεκίνησε αμέσως για την αποθήκη αλλά, τώρα πια, με το πάσο του. Ξεφύσηξε, και, για πρώτη φορά σήμερα, χαλάρωσε. Αισθανόταν περίφημα, σαν στην κορυφή του κόσμου. Τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά σήμερα. Ήταν φανερό ότι σήμερα ήταν η μέρα του._



ΥΓ. Για τις εικόνες θερμές ευχαριστίες στην Σοφία Σκιαδά.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

Ου φονεύσεις! Παρεκτός ...

Σύμφωνα με μία από τις πολλές (και όχι πάντα συμβατές μεταξύ τους) παραλλαγές της ιστορίας των Βιβλικών Δέκα Εντολών (Εξ. 20) που παραθέτει η Βίβλος, ο Θεός τις ανακοίνωσε στους Εβραίους προσωπικά, με την ίδια Του την φωνή. Του Μωϋσέως βέβαια παρόντος.

Η έκτη εντολή ήταν, όπως είναι πολύ γνωστό (σωστό όμως όχι, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία), διατυπωμένη με την φοβερή φωνή του ίδιου του Θεού: "Ου φονεύσεις" (Εξ. 20:13).

Στην συνέχεια της σχετικής ιστορίας της Εξόδου ο Μωϋσής αναφέρεται συχνά, κυρίως ως αυτός που ακούει οδηγίες από τον Θεό. Μιλά και ο ίδιος ο Μωϋσής πού και πού κατά την διήγηση, αλλά σπάνια. Μία για να καθησυχάσει τους φοβισμένους Εβραίους, άλλη για να υπενθυμίσει τις εντολές, για να δώσει πρακτικές οδηγίες, ν' αποτρέψει τον Θεό από το να τους καταστρέψει, να κάνει παρατήρηση κλπ. Αναφέρεται μ' αυτό τον τρόπο να μιλά 7 φορές συνολικά, μέχρι ...

Μέχρι την 8η φορά. Αυτό που λέει ο Μωϋσής την 8η φορά που μιλάει μετά την εντολή "Ου φονεύσεις", το βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον κι ενδεικτικό. Τι λέει; Απευθύνει έκκληση στους πιστούς του Κυρίου να συγκεντρωθούν γύρω του (Εξ. 32:26), και στους Λευίτες που ανταποκρίθηκαν όλοι αμέσως, μεταφέρει την εξής εντολή του Θεού:

“τάδε λέγει Κυριος ο Θεός Ισραήλ· Ζωσθήτε ο καθένας σας και θέσατε την ρομφαίαν σας στον μηρόν, διέλθετε και επανέλθετε από την μίαν είσοδον του στρατοπέδου μέχρι της άλλης, περάσατε δια μέσου του στρατοπέδου και θανατώσατε καθένας τον ένοχον αδελφόν του, τον φίλον του, τον συγγενή του”. (Εξ. 32:27)

Οι Λευίται έκαμαν, όπως τους διέταξεν ο Μωϋσής, και εθανατώθησαν κατά την ημέραν εκείνην τρεις χιλιάδες άνδρες. (Εξ. 32:28)

Είπε τότε στους λευΐτας ο Μωϋσής· “σήμερόν με τους φόνους αυτούς εξεπληρώσατε με τας χείρας σας υπηρεσίαν προς τον Κύριον, θανατώσαντες ο άλλος τον υιόν του και άλλος τον αδελφόν του. Δι' αυτήν σας την πράξιν θα δοθή εις σας ειδική ευλογία του Θεού. (Εξ. 32:29)


Μεταξύ της χωρίς εξαιρέσεις εντολής "Ου φονεύσεις" και της εντολής για τον άγριο φόνο χιλιάδων στενών συγγενών, φίλων και ομοεθνών τους, είχαν μεσολαβήσει ακριβώς 400 στίχοι ιερού θεόπνευστου κειμένου._

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Θέσεις Ανεργίας

Ανεργία είναι να μην έχω δουλειά. Υπάρχει τίποτα που να χρειάζεται να διευκρινιστεί σχετικά; Υπάρχει.

Γιατί δουλειά, στο πλαίσιο αυτό, έχει δύο διαφορετικές έννοιες. Σημαίνει την θέση, αλλά και το έργο. Σημαίνει το μισθό, αλλά και τη συμμετοχή στην παραγωγή κοινωνικού πλούτου. Κανονικά τα δύο πάνε μαζί. Αλλά όχι πάντα.

Συμβαίνει να έχω δουλειά και ταυτόχρονα να μην πληρώνομαι. Λέγεται απλήρωτη εργασία, και στις μέρες μας είναι πολύ διαδεδομένη, κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. Συμβαίνει επίσης να πληρώνομαι αλλά να μην συμμετέχω στην παραγωγή. Λέγεται αργομισθία και είναι επίσης πολύ διαδεδομένη, κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Τα παραπάνω μπορούν να φωτίσουν από διαφορετική οπτική το θέμα των μειώσεων των θέσεων εργασίας του δημοσίου. Γιατί όταν προτείνεται μείωση των θέσεων εργασίας στο δημόσιο, η αντίρρηση που ακούγεται συχνότερα κι εντονότερα, δεν είναι "μα η κοινωνία θα απολέσει την σχετική παραγωγή και θα μειωθεί ο πλούτος της". Είναι "ο δημόσιος υπάλληλος θα απολέσει την σχετική θέση, επομένως τον σχετικό μισθό, και τι θα κάνει που θα βρεθεί σε απόγνωση;".

Από πλευράς συνεισφοράς στην παραγωγή επομένως, αυτοί που έχουν αυτές τις θέσεις είναι άνεργοι. Άνεργοι όμως με πλήρη δικαιώματα εργαζομένου. Άνεργοι με μισθό, επιδόματα, αυξήσεις, ασφάλεια υγείας, συνταξιοδοτικά δικαιώματα, συμμετοχή στον συνδικαλισμό κλπ. Άνεργοι με θέση. Γι΄ αυτές τις θέσεις η κατάλληλη ορολογία δεν είναι "θέσεις εργασίας" αλλά "θέσεις ανεργίας".

Δεν χρειάζεται βέβαια και μεγάλη φιλοσοφία ότι οι άνεργοι με Θέση Ανεργίας είναι σε καλύτερη μοίρα από τους άλλους, τους χωρίς. Αρκεί να αναφερθεί ότι οι άνεργοι χωρίς Θέση Ανεργίας παίρνουν ένα μικρό βοήθημα για 8 μήνες κατά μέσο όρο, και για 12 μήνες κατ΄ ανώτατο. Η διάκριση είναι τόσο ακραία, που δικαιολογεί την έκφραση "παιδιά ενός κατώτερου θεού" για τους ανέργους χωρίς Θέση Ανεργίας.

Των ανέργων χωρίς Θέση Ανεργίας ο αριθμός υπολογίζεται ότι είναι πάνω από 1,3 εκατ. Ο αριθμός των ανέργων με Θέση Ανεργίας υπολογίζεται δυσκολότερα, είναι όμως αναμφίβολο ότι πρόκειται για πολλές δεκάδες χιλιάδες αν όχι και εκατοντάδες χιλιάδες.

Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα που τίθεται επομένως είναι πόσες Θέσεις Ανεργίας θέλουμε ως κοινωνία να συντηρούμε με την φορολογία, και πώς θα τις κατανείμουμε;

Η πρώτη απάντηση που έρχεται βέβαια στο μυαλό όλων είναι: "Να έχουν όλοι αυτό το προνόμιο". Έχει το πλεονέκτημα ότι λύνει πλήρως το σοβαρότατο κοινωνικό πρόβλημα της ανεργίας. Σημαίνει στην πράξη καμμία απόλυση από το ευρύτερο δημόσιο, αλλά και επιδόματα ανεργίας που θα ήταν ισοδύναμα με μισθό και πλήρη εργασιακά δικαιώματα για όλους τους ανέργους του ιδιωτικού τομέα.

Όλοι θα το θέλαμε αλλά κανείς δεν το προτείνει, γιατί έχει βέβαια απαγορευτικό οικονομικό κόστος, τόσο, που ούτε υγιείς και πλούσιες οικονομίες δεν μπορούν να το αντέξουν, πόσο μάλλον η χρεωκοπημένη Ελληνική. Απόδειξη ότι και οι πιο λαϊκίστικες πολιτικές δυνάμεις δεν έχουν φτάσει να προτείνουν κάτι περισσότερο από την πρόσληψη 100.000 στο δημόσιο, που είναι κάποιου τύπου "ισοδύναμο". Κι αυτή η ακραία πρόταση ακόμα, και πάλι δεν εξασφαλίζει Θέση Ανεργίας στους συντριπτικά περισσότερους ανέργους. Έχει δε εν τω μεταξύ ανακληθεί από τους προτείνοντες, και καλώς, δεδομένου ότι βρίσκεται τελείως εκτός οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας, για να μην αναφερθούμε στις συμβατικές της υποχρεώσεις με τους δανειστές της.

Αφού λοιπόν δεν μπορούμε να συντηρήσουμε Θέσεις Ανεργίας για όλους τους ανέργους, χρειάζεται να επιλέξουμε "σε ποιούς". Η τρέχουσα επιλογή του πολιτικού συστήματος είναι: "Σε όλους τους μόνιμους του ευρύτερου δημοσίου και μόνο σ΄ αυτούς".

Είναι αυτή μια πολιτική που δικαιολογείται οικονομικά; Κάθε άλλο! Γιατί η συντήρηση των Θέσεων Ανεργίας, λόγω της υπερφορολόγησης των επιχειρήσεων αλλά και των πιο παραγωγικών πολιτών, μειώνει θέσεις που συνεισφέρουν στην παραγωγή (θέσεις εργασίας). Μειώνεται ως αποτέλεσμα ο συνολικός κοινωνικός πλούτος. Σε εποχή μάλιστα που χρειάζεται να αυξάνεται με κάθε μέσο.

Είναι τουλάχιστον πολιτική που δικαιολογείται κοινωνικά; Κάθε άλλο! Αυτός που χρεοκόπησε στην Ελλάδα δεν είναι ο ιδιωτικός τομέας, όσα στραβά κι αν έχει. Χρεοκόπησε το κράτος με ευθύνη του πολιτικού συστήματος που το αποτελούμε όλοι, πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, ΜΜΕ, κοινωνικοί φορείς, και πολίτες.

Είναι ακραία κοινωνικά άδικο οι λειτουργοί του δημοσίου να επωμίζονται το ελάχιστο βάρος αυτής της χρεοκοπίας, την στιγμή που είναι το "δικό τους μαγαζί" που χρεοκοπεί, επομένως έχουν αμεσότερη και μεγαλύτερη συμμετοχή σ΄ αυτή την αποτυχία.

Και πέρα όμως από την ευθύνη τους, μέχρι την οικονομική κατάρρευση του κράτους είχαν μεγαλύτερο μερίδιο στις απολαβές της εποχής των "παχέων αγελάδων". Για ίδια προσόντα, ο μισθός στο ευρύτερο δημόσιο ήταν κατά μέσο όρο από 1,5 μέχρι και πάνω από 2 φορές μεγαλύτερος, για πολλά χρόνια πριν την κρίση, και συνεχίζει να είναι. Η δε αντίστοιχη εργασία, κατά μέσο όρο και πάλι, πολύ λιγότερο απαιτητική και, μέχρι σήμερα, απολύτως ασφαλής.

Η πολιτική αυτή επιλογή είναι λοιπόν τελείως λανθασμένη. Ακραία αναποτελεσματική οικονομικά και ακραία άδικη κοινωνικά. Η ακριβώς αντίθετη απ΄ αυτή που χρειάζεται και δικαιολογείται. Είναι απαραίτητο ν΄ αλλάξει άμεσα και δραματικά.

Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε επειγόντως ως κοινωνία είναι ν΄ αποφασίσουμε ότι θα στηρίξουμε τους ανέργους όσο καλύτερα μπορούμε, εντός των δυνατοτήτων της οικονομίας. Με κοινωνική αλληλεγγύη, δηλαδή με προτεραιότητα στους πιο αδύναμους οικονομικά. Να υπολογίσουμε πόσο μέρος του πλούτου που παράγουμε είμαστε σε θέση να διαθέτουμε ως κοινωνικό βοήθημα. Και να το παρέχουμε με διαφάνεια και κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή ισότιμα σε όλους. Σε όλους όμως. Που σημαίνει, μετά την κατάργηση των προνομιακών Θέσεων Ανεργίας.


* Δημοσιεύτηκε στο Capital.gr


Πηγή:www.capital.gr