Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

Αστοιχειοθέτητος



Ο Ποντικός έτρεχε κάπου βιαστικός. Κάτι είδε από μακρυά η Γάτα με την εξαιρετική της όραση, τρέχει κι αυτή να προλάβει και όταν μετά βίας αναγνώρισε την χαρακτηριστική ουρά ενός ποντικιού πριν εξαφανιστεί, προβληματίστηκε βαθειά. “Πού να τρέχει αυτό έτσι βιαστικά; Μμμμμ, προφανώς κάποια σύντροφος και συνάδελφος το κυνηγάει, μάλλον η φίλη μου η Στεφανία, ίσως είναι ακόμα πεινασμένη από χτες που μου έλεγε ότι δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει το βραδυνό της ...”. Κάτι βλέπει ομοίως από την απέναντι γωνία ο Σκύλος που ήταν κάπως πιο κοντά, τρέχει και μόλις πρόφτασε κι αυτός να αναγνωρίσει ένα ποντίκι. Φυσικά προβληματίστηκε όπως κι η Γάτα: “Μμμμμ, προφανώς είναι πεινασμένο και εντόπισε μιά λιχουδιά, κάποιο κομμάτι τυρί μάλλον, ίσως κεφαλοτύρι που μου έλεγε χθες ο φίλος μου ο Αζορ ότι φυλάγει κάπου ο γείτονας στην αποθήκη. Μάλλον γι' αυτό πηγαίνει προς τα κει ...”.

Βυθισμένοι σ' αυτές τις σκέψεις βρέθηκαν κοντά Σκύλος και Γάτα ο ένας στον άλλον χωρίς να το καταλάβουν. Αντάλλαξαν έναν ψυχρό χαιρετισμό, είναι γνωστό ότι δεν συμπαθούν και πολλοί αλλήλους και, τι να πουν, αναπόφευκτα η επαφή τους οδήγησε σύντομα στο επίκαιρο θέμα που απασχολούσε εκείνη την στιγμή και τους δύο, του βιαστικού ποντικιού. Σύντομα διεφάνη ότι συμφωνούσαν πως το ζήτημα ήταν κατά πάσα πιθανότητα ιδιαίτερα σημαντικό, και πάντως οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτο οπότε, Σκύλος και Γάτα, παραμέρισαν προσωρινά τις παραδοσιακές διαφορές τους και συναντήθηκαν σε ουδέτερο έδαφος, σε κάποια καθαρή και απάγκια άκρη του δρόμου για να το συζητήσουν διεξοδικά ώστε να φτάσουν ορθολογικά σε κάποιο κοινά αποδεκτό συμπέρασμα και σχέδιο δράσης. Η Γάτα ξεκίνησε με την δική της επιχειρηματολογία:



 “Ξέρω γιατί έτρεχε το ποντίκι”, είπε περήφανη που είχε ανακαλύψει τον κρυφό του λόγο τόσο γρήγορα. “Γιατί το κυνηγούσε η φίλη μου η Στεφανία να το φάει!”. 
 “Μπα”, την κοίταξε γεμάτος σκεπτικισμό ο Σκύλος. “και πώς το ξέρεις ότι ήταν η Στεφανία; Δεν υπάρχουν δηλαδή άλλες γάτες που κυνηγούν ποντίκια;”. Η προηγούμενη ερώτηση “πώς το ξέρεις ότι έτρεχε κυνηγημένο;”, δεν του προέκυψε μέσα στην βιασύνη του να κάνει τον έξυπνο.  
 “Το ξέρω γιατί μου έλεγε χθες ότι ήταν πολύ πεινασμένη!”. Με αυξημένη αυτοπεποίθηση που χάρις στις διασυνδέσεις της και τις αποκλειστικές της πληροφορίες είχε απάντηση, συνέχισε τώρα η Γάτα: “Ξέρω ακόμα ότι η Στεφανία νοστιμεύεται πολύ τα σκούρα ποντίκια με τα πεταχτά αυτιά, και, απ' όσο πρόλαβα να δω αυτό ήταν ξεκάθαρα ένα ποντίκι σκούρο με πεταχτά αυτιά”.
 “Ανοησίες”, έβαλε έμφαση στην λέξη ο Σκύλος, όσο περισσότερη μπόρεσε. “Δεν μου φάνηκαν καθόλου πεταχτά τα αυτιά του για ποντίκι. Όσο για το χρώμα του, τι να σου πω, έχω ελαφρά μορφή αχρωματοψίας και δεν έχω ξεκάθαρη άποψη. Δεν έχει όμως σημασία, κι αυτό γιατί συμβαίνει να διαφωνώ κάθετα μαζί σου.”
 “Μπα, και γιατί παρακαλώ;”
 “Γιατί πιστεύω ότι έτρεχε από την πείνα του, για να φάει τυρί!”
 “Γιατί ειδικά τυρί;”, ρώτησε η Γάτα. Με την σειρά της, και για τον ίδιο λόγο, της διέφυγε η λογικά προηγούμενη ερώτηση “πως το ξέρεις ότι ήταν από την πείνα;”.
 “Έλα τώρα καημένη, τι ερώτηση είναι αυτή; Όλοι το ξέρουν ότι το τυρί αρέσει στα ποντίκια.” Αναθαρρημένος από τον στιγμιαίο δισταγμό της Γάτας, βιάστηκε ο Σκύλος να συνεχίσει: “Άλλωστε έτρεχε προς την κατεύθυνση της αποθήκης, όπου”, πήρε τώρα το επίσημο, βαρύγδουπο ύφος του, “όπως τυγχάνει να γνωρίζω φυλάσσεται τυρί. Αλλιώς πώς εξηγείται η κατεύθυνσή του;”, ρώτησε επιτακτικά.
 “Αν έτρεχε κυνηγημένο, προς τα κάπου έπρεπε να τρέχει”, δοκίμασε να πει διστακτικά η Γάτα, όμως την έκοψε ο Σκύλος γιατί είχε πάρει φόρα και η ερώτησή του ήταν καθαρά ρητορική.
 “Επιπλέον, και το τονίζω αυτό, το τυρί μέσα στην αποθήκη είναι κατά πάσα πιθανότητα κεφαλοτύρι. Μάλλον τα ποντίκια με πεταχτά αυτιά, ή καλύτερα τα σκούρα ποντίκια, έχουν αδυναμία στο κεφαλοτύρι. Το αποκλείεις; Ίσως τα δύο αυτά χαρακτηριστικά να ελέγχονται από κοινό σύνολο γονιδίων, καταλαβαίνεις...”, έκανε με νόημα ο Σκύλος, επιδεικνύοντας επί τη ευκαιρία το υψηλό επίπεδο ενημέρωσής του στις σύγχρονες εξελίξεις της μοριακής βιολογίας.

Η Γάτα προτιμούσε να αποφεύγει τα “επιστημονικά” γιατί την μπέρδευαν. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου δε, γιατί είχε εν τω μεταξύ ανασυντάξει τα δικά της επιχειρήματα και επανέφερε με ένταση το ζήτημα της πεινασμένης Στεφανίας και την έμφυτη τάση των ποντικιών, της οποίας τάσης είχε μάλιστα μακρόχρονη και άμεση εμπειρία παλαιότερα, να τρέχουν βιαστικά για να ξεφύγουν από γάτες που τα κυνηγάνε. Ο Σκύλος δεν αντέλεγε επ' αυτού, δεν έβλεπε όμως γιατί το κυνήγι της Στεφανίας θα ωθούσε τον συγκεκριμένο ποντικό την συγκεκριμένη στιγμή να τρέχει προς την αποθήκη, οπότε επέμενε πως η δική του άποψη ότι έτρεχε να φάει κεφαλοτύρι, ήταν καλύτερα θεμελιωμένη. Άλλωστε η πείνα είναι κι αυτή αναμφισβήτητα εξ ίσου ισχυρό κίνητρο βιασύνης με την αυτοσυντήρηση, αν όχι και ισχυρότερο, επέμενε.

Έτσι τα κάθε λογής επιχειρήματα πήγαιναν κι έρχονταν καταιγιστικά. Οι δύο άσπονδοι φίλοι, έδειχναν πολύ απορροφημένοι από την συζήτησή τους, και, παρά την έντονη αντιπαράθεση που κάπου-κάπου εξαντλούσε και τα όρια των καλών τρόπων, δεν έδειχναν καμία διάθεση να την σταματήσουν. Όσο περνούσε η ώρα γινόταν πιο ξεκάθαρο ότι οι πιθανότητες συμφωνίας ήταν πολύ περιορισμένες, είχε όμως ωραίο ήλιο σε κείνη την μεριά του δρόμου που είχαν προσεκτικά διαλέξει στο χειμωνιάτικο πρωινό, και η ώρα του γεύματος αργούσε ακόμα, οπότε τι καλύτερος τρόπος από μια παθιασμένη πλην πολιτισμένη αντιπαράθεση επιχειρημάτων για να περάσει ευχάριστα και δημιουργικά η ώρα; Ήξεραν βέβαια και οι δύο πολύ καλά από παλιά που ήταν ακόμα αλανιάριδες, ότι να παρακολουθήσεις ποντίκι για να δεις πού πηγαίνει και γιατί, είναι πολύ κουραστικό και δύσκολο, ειδικά όταν βιάζεται, άσε που κινδυνεύεις να λερωθείς και να ακούσεις μετά κατσάδα από την κυρά για το παρκέ της. Το αποτέλεσμα δε, έτσι σκουριασμένοι που ήταν τώρα πια, εξαιρετικά αβέβαιο.

Το καλύτερο όμως ήταν το άλλο, που ακούγοντας την ζωηρή συζήτηση τα διάφορα ζώα της γειτονιάς, γάτες, σκύλοι, μυρμήγκια, κατσαρίδες, ποντίκια, σαρανταποδαρούσες, περιστέρια κλπ., είχαν ενδιαφερθεί για την φασαρία και, αφήνοντας τις δουλειές τους μαζεύτηκαν κοντά, οπότε Σκύλος και Γάτα ξαφνικά, όχι όμως αναπάντεχα, απέκτησαν και θαυμαστές – υποστηρικτές. Μέχρι και μία κότα τόλμησε να βγει μετά από καιρό στον δρόμο, κι ας σερνόταν μια κακή γρίπη ειδική για κότες εκείνη την εποχή, και κόλλησε κι αυτή, ευτυχώς όμως όχι την γρίπη. Η εξέδρα ήταν μοιρασμένη και το ενδιαφέρον έντονο. Κι αν Σκύλος και Γάτα ξέμεναν από λεκτικά πυρομαχικά κάποια στιγμή, πάντα κάποιος από “τη γαλαρία” βρισκόταν να πετάξει κάτι για να αναζωπυρώσει το πηγαδάκι. Σε αντίθεση με την πλειονότητα του κοινού, η καημένη η κότα ήταν αναποφάσιστη ακόμα. Έχασε την αρχή και δεν πολυκαταλάβαινε τι έλεγαν, ήταν όμως σίγουρη ότι επρόκειτο για καυτό ζήτημα, το αισθανόταν στον αέρα, το έβλεπε στην προσήλωση και την ένταση στα πρόσωπα όλων, πως εκείνη την στιγμή, σ' εκείνη την γωνία του δρόμου, γραφόταν ιστορία που θα τροφοδοτούσε για πολύ καιρό τα πιο in κουτσομπολιά της γειτονιάς, αν όχι και τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις του τετραγώνου, και πως όποιος είχε διαμορφωμένη θεμελιωμένη άποψη για το ζήτημα είχε και εξασφαλισμένο ακροατήριο για κάμποσο καιρό. Γι' αυτό ήθελε πολύ, τόσο να πολυκαταλάβει όσο και να αποφασίσει. Εν τω μεταξύ για να μην εμφανίζεται αμέτοχη, όποτε έβρισκε την στιγμή αρμόζουσα, κακάριζε με ειλικρινή ενθουσιασμό και ζέση συνεισφέροντας “το κατά δύναμιν” στην γενική ατμόσφαιρα.

Τέλεια!”, σκέφτηκε ο Ποντικός. Απαρατήρητος όλη αυτή την ώρα είχε παρακολουθήσει την σκηνή σε όλες της τις λεπτομέρειες. Δεν του έμενε όμως πολύς χρόνος πιά, και δεν έβλεπε την ώρα να φτάσει, οπότε συνέχισε την τρεχάλα του. “Καλά ε, δούλεψε καλύτερα κι απ' όσο ήλπιζα. Βρε μπας και είμαι ιδιοφυία και δεν το ξέρω; Χρειάστηκε να περιμένω κάμποσο για να με δουν ταυτόχρονα η Γάτα και ο Σκύλος, όμως χαλάλι. Μωρ' εγώ χαραμίζομαι σ' αυτή την γειτονιά. Στο μαντείο των Δελφών έπρεπε να κάνω εγώ καριέρα!” καμάρωσε μόνος του. “Με το ακροατήριο ήμουν λίγο τυχερός", εκτίμησε αντικειμενικά την συγκυρία. "Πρέπει να βρω έναν τρόπο να το εντάξω αποτελεσματικότερα στον σχεδιασμό μου την επόμενη φορά”. Ο συνδυασμός της επιτυχίας και της προσδοκίας του είχαν ανεβάσει ακόμα περισσότερο την αδρεναλίνη και μέσα στην υπερδιέγερση το μυαλό του έπαιρνε τόσες στροφές όσες και τα πόδια του. 

“Κι έχω και διασκεδαστική ιστορία να διηγηθώ για ζέσταμα, και είναι και επίκαιρη, και είμαι και ο ήρωας, τέλεια. Καλύτερα δεν γινόταν. Με τέτοιο κοινό αυτοί είναι ικανοί να ξεχάσουν και την πείνα τους το μεσημέρι. Τώρα ακόμα κι αν φανεί η λιμασμένη Στεφανία, θα κολλήσει κι αυτή, οπότε σίγουρα θα μείνουμε ανενόχλητοι πιο πολύ κι απ' όσο υπολόγισα, τέλεια!”. Στην σκέψη αυτή έκοψε το βήμα του. “Υπάρχει χρόνος, ας πάω με το πάσο μου, δεν είναι καλό να φτάσω ακριβώς και ιδρωμένος.”. Είχε σχεδόν φτάσει, τώρα όμως αντί να βιάζεται, βίασε τον εαυτό του να συγκρατήσει την ανυπομονησία του. Το μυαλό του όμως συνέχισε να δουλεύει πυρετωδώς, και ακόμα μια ιδέα έκανε την εμφάνισή της.

“Αφού η ώρα δεν είναι πρόβλημα, δεν κάνω και μια σύντομη παράκαμψη για την αποθήκη του γείτονα να αρωματιστώ λίγο με Μετσοβόνε; Τρία λεπτά μόνο θα πάρει, το πολύ τέσσερα, ακριβώς η καθυστέρηση που χρειάζεται για να δείξω άνετος αλλά όχι αδιάφορος. Τέλεια, τέλεια!!”. Ήξερε ότι ο χρονισμός και το κατάλληλο άρωμα μπορούσε να κάνει την διαφορά σ' αυτές τις περιστάσεις και επίσης ότι Μετσοβόνε ήταν το αγαπημένο άρωμα της Ναταλίας. “Ευτυχώς το κεφαλοτύρι έχει τελειώσει από καιρό”, σκέφτηκε με εσωτερική γκριμάτσα αποστροφής. “Τίποτα χειρότερο από μυρωδιά από κεφαλοτύρι όταν προσπαθείς να φτιάξεις ατμόσφαιρα”. Είχε κάνει πολύ κόπο για να εξασφαλίσει αυτό το πρώτο ραντεβού με την πιο όμορφη και δύσκολη ποντικίνα της γειτονιάς και περιχώρων και του ήταν σημαντικό να είναι όλα στην εντέλεια. Δεν στάθηκε να το σκεφτεί δεύτερη φορά, ξεκίνησε αμέσως για την αποθήκη αλλά, τώρα πια, με το πάσο του. Ξεφύσηξε, και, για πρώτη φορά σήμερα, χαλάρωσε. Αισθανόταν περίφημα, σαν στην κορυφή του κόσμου. Τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά σήμερα. Ήταν φανερό ότι σήμερα ήταν η μέρα του._



ΥΓ. Για τις εικόνες θερμές ευχαριστίες στην Σοφία Σκιαδά.