Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Η ακριβολογία στην Θρήμη

Στο γνωστό μας πρωτόγονο χωριό της Θρήμης, είναι σούρουπο, η ήρεμη ώρα που οι άνδρες κυνηγοί επιστρέφουν κουρασμένοι με τα λάφυρά τους, το κυνήγι, και οι γυναίκες τροφοσυλλέκτριες, με τα μωρά τους στους χορτάρινους μάρσιπους, τακτοποιούν τους καρπούς των κόπων τους, και τους περιμένουν ανυπόμονα.
 
Ο Θνήσκος, ο μάγος του χωριού, τυπικός στο ιερό του καθήκον, είχε ζητήσει να του ετοιμάσουν την στοίβα των ξερών κλαδιών, γνωστή και ως Ιερή Στοίβα, θυμίζοντας γι' ακόμα μια φορά στους χωριανούς που θα την ετοίμαζαν, τις σημαντικές προδιαγραφές μεγέθους, σχήματος κλπ., με την απαιτούμενη ακρίβεια που ο σεβασμός προς τον θεό απαιτεί. Ήταν τα κλαδιά που θα καίγονταν για την τελετή της Αιματουσιώδους Κατασπαρανομίας, από τις πιο σημαντικές και συχνές βραδυνές θυσιαστικές και καθαρτήριες τελετουργίες που χρειάζεται ο θεός για να μην καταστρέφει με δική της υπαιτιότητα την κοινότητα, κάθε βαρετό ΣΚ που ο ίδιος δεν έχει παρέα να πάει καμμιά εκδρομή, και μάταια αναζητά κάποια επιτέλους συγκίνηση που δεν περιλαμβάνει βαθύ και μαζικό ανθρώπινο πόνο. Ο ίδιος ο Θνήσκος καθισμένος παράμερα οκλαδόν και ημίγυμνος, συγκεντρωμένος στον διαλογισμό του, προετοιμαζόταν για την ιερή τελετή. Χρειαζόταν πολύς διαλογισμός και συγκέντρωση, γιατί κατά την τελετή αυτή ο θεός κατά πάγια τακτική του, αποκαλύπτει στον Θνήσκο σημαντικότατα πράγματα, όχι μόνο για το θέλημά του, αλλά και για το μέλλον του χωριού. 
 
Ήταν, μ’ άλλα λόγια, ένα σούρουπο από τα κανονικά και συνηθισμένα στην Θρήμη.

Ευτυχώς για την ιστορία, που θα ήταν βαρετή και ανούσια χωρίς κάτι το αναπάντεχο και ανατρεπτικό, εκείνη την στιγμή φτάνει τρέχοντας σαν δαιμονισμένος ο Στήμονας. Δεν το συνήθιζαν οι κυνηγοί να επιστρέφουν μετά από μια κουραστική μέρα κυνηγιού με άδεια χέρια και τρέχοντας όσο γρηγορότερα μπορούν, οπότε φυσικά η συμπεριφορά του κίνησε αμέσως την προσοχή όλων. Ο Στήμονας κοντοστάθηκε σκυφτός και καταϊδρωμένος, στηρίζοντας τον κορμό του με τα χέρια στα γόνατά του, προσπαθώντας να ανακτήσει την ανάσα του για μια στιγμή που σ' όλους φάνηκε σαν ώρα. Κάτι σοβαρό συνέβαινε! Όταν τελικά τα κατάφερε μέσα στο λαχάνιασμά του, είπε κοντανασαίνοντας: «Καθώς...... επέστρεφα.... απ’ το.... κυνήγι....., είδα.... ένα φοβερό .... θηρίο! Νομίζω πως έρχεται προς τα εδώ!».

Πολλοί αισθάνθηκαν την έντονη επιθυμία να στριγκλίξουν από τον φόβο τους, κανείς όμως δεν τόλμησε να το κάνει πρώτος, με αποτέλεσμα να πέσει νεκρική σιγή στο χωριό. Μέχρι και τα πεινασμένα μωρά ξαφνιάστηκαν και σταμάτησαν να κλαίνε, τόση ησυχία έγινε. Όλα τα βλέμματα έπεσαν στους γνωστούς πρωτογωνιστές των ιστοριών της Θρήμης, στον θαρραλέο αρχηγό Όρχη, στον σοφό και θεόπνευστο μάγο Θνήσκο, και στον πολυμήχανο Στήμονα. Άλλοι βέβαια βρήκαν ευκαιρία να κοιτάξουν λάγνα την Σέξη, την όμορφη και προκλητική κόρη του αρχηγού, δεν είναι όμως αυτά τα βλέμματα που ενδιαφέρουν την σημερινή μας ιστορία, ούτε και αφορούν στην ψυχολογία της στιγμής. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως σαν ξαφνική ομίχλη έπεσε μια βουβή τρομάρα, μια αμφιβολία, μια αμηχανία και μια αναρώτηση. Τι χρειαζόταν να γίνει και τι μπορούσαν να κάνουν;

Ο Όρχης και ο Θνήσκος αντάλλασαν κι αυτοί με την σειρά τους, έντονα βλέμματα προσπαθώντας να αξιολογήσουν και να καταλήξουν σε σιωπηρή συμφωνία, σχετικά με το θέμα που τους έκαιγε, δηλαδή σε τίνος την δικαιοδοσία ανήκε το ανά χείρας ζήτημα, ώστε να μην εκτεθούν σε κάποια άτοπη και αντιπαραγωγική αντιπαράθεση που θα εξέθετε και τούς δύο. Με πλήρη αντίληψη της κρισιμότητας της καταστάσης, ο καθένας προτιμούσε να το χειριστεί ... ο άλλος! Τελικά, μετά από μακρά αμήχανη σιωπή, μίλησε πρώτος ο Θνήσκος, και απευθυνόμενος προς τον Στήμονα του είπε: "Είσαι σίγουρος πως το είδες; Τι θηρίο ήταν;". "Παράτησα δύο εκλεκτά θηράματα που είχα χτυπήσει, κι έκανα τρέχοντας με όλη μου την δύναμη από τον Πολύχρωμο Καταρράχτη μέχρι εδώ, τόσο σίγουρος είμαι!", απάντησε ο Στήμονας, ελαφρά λαχανιασμένος ακόμα, και τσαντισμένος από την αμφισβήτηση της εγκυρότητας της μαρτυρίας του. "Όσο για το θηρίο, εσύ που μιλάς με τον θεό και προλέγεις και το μέλλον, γιατί δεν μας λες του λόγου σου αντί να ρωτάς, προχθές δεν είχαμε Κατασπαρανομία; Πες μας λοιπόν τι σχετικό σου αποκάλυψε!", επέστρεψε το καρφί στον Θνήσκο. Δεν ήταν κρυφό ότι ο Στήμονας δεν τον πήγαινε τον Θνήσκο, και τα αισθήματα βέβαια ήταν αμοιβαία. 
 
"Αν είναι όπως τα λές, δεν είναι ώρα για καυγά", τον επανέφερε στην τάξη ο Θνήσκος, διατηρώντας την ψυχραιμία του, "πες μας τι είδες". "Ήμουν μόνος γιατί προτίμησα να κόψω δρόμο από τον Πολύχρωμο Καταρράχτη. Είδα μια τίγρη αλλά, τι τίγρη ήταν αυτή; Τεράστια! Τουλάχιστον τριπλάσια σε μέγεθος από οποιαδήποτε άλλη τίγρη έχω ξαναδεί, και ξέρετε όλοι σας πόσο μ' αρέσει να παρακολουθώ τις τίγρεις". Η αγωνία όλων ήταν τόση, που κανείς δεν σκέφτηκε να θέσει την προφανή ερώτηση: "Τριπλάσια σε όγκο, ή σε κάθε διάσταση ξεχωριστά;". Ας έχει χάρη που ήταν πρωτόγονος ο Στήμονας, γιατί αν ζούσε στις μέρες μας, με τέτοια "μπακάλικη" εκτίμηση του μεγέθους της τίγρης, θα του αφαιρούσαν το διδακτορικό πριν προλάβει να πει "τρία εις τον κύβον ίσον εικοσιεπτά". 
 
Όντως όλοι ήξεραν καλά ότι η "Παρακολούθηση Τίγρεων" ήταν ένα από τα πολλά χόμπυ του Στήμονα. Αν κάποιος ήξερε από τίγρεις, αυτός ήταν ο Στήμονας. Ο Θνήσκος όμως με την σειρά του, τσαντισμένος κι αυτός από το προηγούμενο καρφί, δεν είχε μεγάλη διάθεση να είναι συνεργάσιμος. "Και, αν ήταν τόσο μεγάλη, πώς το ξέρεις ότι ήταν τίγρη; Και μόνος σου το λες ότι δεν έχεις ξαναδεί τόσο μεγάλη τίγρη!", προκάλεσε ξανά τον Στήμονα. "Μπορεί και να μην ήταν", παραδέχτηκε ο Στήμονας, "δεν μπόρεσα να την δω πολύ καλά, κι έτρεξα αμέσως να ειδοποιήσω... Απ' όσο πρόλαβα να δω, δεν είναι μόνο το γιγάντιο μέγεθός της. Έχει κι αυτιά πολύ παράξενα... ". "Δηλαδή τι παράξενα;", απόρησε ο Όρχης. "Νααα...", δίστασε ο Στήμονας, "θαααα ορκιζόμουνα", κόμπιασε ξανά, "ότι έχει αυτιά λιονταριού! Και η ουρά της όμως, δεν είναι ουρά τίγρης, είναι φουντωτή, μάλλον ουρά αλεπούς θυμίζει...", το άφησε τελικά να βγει με την μία.

Η επιφυλακτική σιωπή που ξανάπεσε στο ακροατήριο, ενθάρρυνε τον Θνήσκο στην εκτίμησή του ότι ήταν κατάλληλη ευκαιρία για να πάρει το αίμα του πίσω για πολλά που είχε μαζεμένα στον Στήμονα: "Δηλαδή αν κατάλαβα καλά", ξεκίνησε με δήθεν προσεκτικό, στο βάθος όμως αδιόρατα προκλητικό ύφος, "...ο λόγος που αναστατώνεις το χωριό είναι ότι υπάρχει εδώ κοντά ένα φοβερό θηρίο που δεν ξέρεις κάν τι είδος είναι, σωστά; Ένα είδος που μας ζητάς να πιστέψουμε πως μάλλον είναι τίγρης, αν εξαιρέσουμε ότι είναι πολύ μεγαλύτερο από όλες τις τίγρεις, έχει αυτιά λιονταριού και ουρά αλεπούς. Παρέλειψες όμως να μας πεις αν έχει και τίποτα ίδιο με τίγρη...", τον ειρωνεύτηκε ανοιχτά τώρα. "Αν δεν ξέρεις τι θηρίο είναι, αναρωτιέμαι πώς είσαι τόσο σίγουρος κατ' αρχήν ότι είναι θηρίο; Κατά τ’ άλλα μας το παίζεις και ακριβολόγος...", έρριξε και την χαριστική βολή του.

Ο Στήμονας ούτε που είχε ακούσει για τον Πλάτωνα, και την θεωρία του για τον τέλειο κόσμο των ιδεών. Ίσως επειδή δεν είχε ζήσει ακόμα, ποιός ξέρει. Με όλα τα ταλέντα και την νοημοσύνη του, ούτε κι ο Στήμονας ακόμα δεν ήταν τόσο εξελιγμένος σ' εκείνο το μικρό πρωτόγονο επαρχιώτικο χωριό της σαβάνας, ώστε να ξέρει πως δεκάδες χιλιάδες χρόνια μετά, οι καλύτεροι φιλόσοφοι θα τα έβρισκαν μπαστούνια με το ερώτημα "τι είναι τίγρη;". Δεν μπορούσε λοιπόν να σκεφτεί τέτοιες βαθειές απαντήσεις για την ιδεατή τίγρη και τον ορισμό της τούτη την κρίσιμη ώρα. Μια απάντηση που μπορούσε να σκεφτεί ήταν: "ένας θεός με δύο κεφάλια και τέσσερα χέρια, που δεν φαίνεται πουθενά κι όμως είναι παντού, που συνεχώς ζητάει πολύτιμη εκλεκτή τροφή που δεν την τρώει, και αυστηρή τήρηση ανόητων και βλαβερών κανόνων που δεν τον επηρεάζουν σε τίποτα, δεν σε δυσκολεύει. Η τεράστια τίγρη με αυτιά λονταριού και ουρά αλεπούς όμως που είδα, και που τ’ αχνάρια της στοιχηματίζω ότι είναι πασιφανή σε μεγάλη περιοχή γύρω απ’ τον καταρράχτη, αν ήθελες να ελέγξεις, αυτή ξεπερνάει τις δυνατότητές σου να πιστεύεις σε κάτι που δεν έχεις ξαναδεί.". Δεν την σκέφτηκε όμως τελικά, γιατί την συγκεκριμένη στιγμή είχε διαφορετικές προτεραιότητες από το να κοντράρει τον Θνήσκο.

Τώρα που είχε συνέλθει κάπως από την τρομάρα και το λαχάνιασμα, και επεξεργαζόταν κατεπειγόντως την κατάσταση, άλλα τον έκαιγαν τον Στήμονα. Τον έκαιγε που το πρωτοποριακό μαχαίρι του, δεν θα έκανε και πολλά πράγματα απέναντι σ' αυτό το θεριό που είχε αντικρύσει, όταν θα πεινούσε, ακόμα κι αν το είχε ήδη κατασκευάσει, και αν πάλευαν μαζί του όλοι οι άντρες του χωριού, ζήτημα ήταν αν θα κατάφερναν τίποτα, και πάντως όχι χωρίς πολλά θύματα. Χρειαζόταν να σκεφτεί κάτι επειγόντως. Κοίταξε γύρω του σαν χαμένος, προσπαθώντας να βρει, ούτε κι αυτός ήξερε τι μέσα στο άγχος και τον πανικό του, κάτι. Το βλέμμα του πλανήθηκε στον χώρο, όταν ξαφνικά έπεσε στην στοίβα των ξύλων. Ναι!! Αυτό ήταν! 
 
Φυσικά! Πώς δεν το σκέφτηκε νωρίτερα; Ήταν πολύς καιρός που είχαν να κυνηγήσουν Μαμούθ μ' αυτό τον τρόπο, ίσως γιατί είχαν πια εξαφανιστεί τα Μαμούθ πριν από καναδυό χιλιάδες χρόνια, αν οι παληοί θυμόνταν σωστά... Είχε ακούσει όμως πως ήταν πολύ αποτελεσματικοί σ’ αυτό το είδος κυνηγιού οι πρόγονοί τους, και κατάφερναν να οδηγούν τα Μαμούθ σε διάφορους γκρεμούς για να τα σκοτώσουν. Το μόνο που πρόφτασε να σκεφτεί ήταν "Ας ελπίσουμε να φοβάται την φωτιά όπως και τα άλλα ζώα που ξέρουμε", και ούρλιαξε αστραπιαία: "Γρήγορα! Βάλτε φωτιά στα ξύλα!!".

Κάποιοι, παρασυρμένοι από την κρισιμότητα της στιγμής και την επιτακτικότητα του Στήμονα, κινήθηκαν προς την στοίβα. Ο Θνήσκος όμως δεν ήταν στην φάση όπου θα ανεχόταν να αγνοηθεί η παρουσία του. "Ούτε να το σκέφτεστε!!", τους κούνησε το χέρι του απειλητικά, τόσο έντονα και αποφασιστικά που πάγωσαν ακαριαία σαν παιδιά που παίζουν τα "στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα αγέλαστα". "Σας διαφεύγει μια μικρή λεπτομέρεια. Αυτά δεν είναι ξύλα! Είναι η Ιερή Στοίβα και προορίζεται αποκλειστικά και μόνο για την ιερή φωτιά της Αιματουσιώδους Κατασπαρανομίας. Όπως ξέρεις πολύ καλά" συνέχισε ο Θνήσκος προς τον Στήμονα, "η Ιερή Στοίβα είναι Ανέγγιχτη, και δεν πρόκειται να επιτρέψω να βεβηλωθεί με την φτηνή δικαιολογία ότι ίσως είδες ένα ίσως θηρίο που ίσως να έρχεται ίσως κατά δω!", ολοκλήρωσε τονίζοντας σαρκαστικά όλα τα "ίσως". "Κι αλλοίμονο σ' όποιον τολμήσει να καταστρέψει την Ιερή Στοίβα χωρίς την άδειά μου! Ξέρετε καλά τι τιμωρία τον περιμένει...", ολοκλήρωσε με νόημα.

Οι πρωτογονοχωριανοί της Θρήμης, μεταξύ μας αυτό, δεν ήξεραν και πολύ καλά. Δεν ξέρω για άλλα χωριά με πιό προχωρημένους και μορφωμένους κατοίκους. Εδώ στην Θρήμη όμως, τα απλά μυαλά των χωρικών δεν μπορούσαν να χειριστούν πολύ αποτελεσματικά τις θείες τιμωρίες και τις διάφορες περίπλοκες συνθήκες τους. Τους φαίνονταν γεμάτες σύνθετους κανόνες, ασύνδετους, άσκοπους και κουραστικούς, και πολυπληθείς εξαιρέσεις που τους φαίνονταν τελείως ανεξήγητες κι ενοχλητικές, εκτός όταν τους βόλευαν. Ευτυχώς ο Θνήσκος τα ήξερε όλ' αυτά απ’ έξω κι ανακατωτά, κυρίως ανακατωτά, κι έβγαζε άκρη, οπότε οι ίδιοι δεν είχαν λόγο να πονοκεφαλιάζουν και πολύ, αρκεί να έκαναν ό,τι τους έλεγε. Ήταν λοιπόν κάπως μπερδεμένοι με τις τιμωρίες, όχι ότι θα το ομολογούσαν μπροστά σε κοινό βέβαια. Ούτε είχε και μεγάλη σημασία γιατί όλοι ήξεραν καλά το σημαντικό, πως ο θεός δηλαδή δεν αστειεύεται, και ειδικά δεν αστειεύεται καθόλου με τις φωτιές και τις θυσίες και τις τσίκνες που ανεβαίνουν προς τον ουρανό.

Έλαβαν λοιπόν την απειλή του Θνήσκου πολύ στα σοβαρά. Όχι να την ανάψουν, ούτε να την κοιτάξουν καλά-καλά την Ιερή Στοίβα δεν τολμούσαν τώρα. Μπροστά στο φάσμα των τιμωριών που διέθετε ο θεός, το να κατασπαραχθείς από τίγρη είναι παιγνιδάκι, ακόμη κι αν είναι τελικά λιοντάρι, κι όσο μεγάλη κι αν είναι. Για την αλεπουδίσια ουρά της λιονταριωτοειδούς τίγρης καρφί δεν τους καιγόταν, αν ήταν να θυμώσει ο θεός μαζί τους. Άσε που ο θεός σίγουρα υπάρχει ενώ η τίγρη, κατά τον Θνήσκο τουλάχιστον, ήταν κατά πως φαίνεται αμφιβόλου, όχι μόνο είδους και ορισμού, αλλά και ύπαρξης.
 
Ο Στήμονας αντιλήφθηκε τα ζόρια. Επανεξέτασε το σχέδιό του ψυχραιμότερα. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, ευτυχώς που τον συγκράτησε ο Θνήσκος. Η στοίβα με τα ξύλα ήταν μεγάλη, αν όμως την άναβαν δεν θα κρατούσε για πολύ, και το θηρίο δεν είχε κανένα λόγο να επιτεθεί όσο θα ήταν αναμμένη. Χρειαζόταν καλύτερο σχέδιο. Δεν αρκούσε να αμυνθούν στην, ας την πούμε τίγρη, χρειαζόταν και να την σκοτώσουν, αλλιώς αργά ή γρήγορα την είχαν βαμμένη. Επίσης χρειαζόταν κάποιος ελιγμός για να ξεπεραστεί το εμπόδιο που λεγόταν Θνήσκος. 
 
Δεν είχε αμφιβολία για το τι είχε δει. Δεν είχε ξαναδεί τέτοιο πράγμα, όμως το τιγρίσιο κορμί του και τα τεράστια κοφτερά δόντια του, δεν άφηναν μεγάλο περιθώριο αμφιβολίας ότι ήταν αρπακτικό. Συνειδητοποιούσε, έστω κι αργά, ότι ήταν σοβαρό λάθος που τον είχε εκνευρίσει τον Θνήσκο. Η στιγμή δεν ήταν καθόλου κατάλληλη για να τον έχει ανοιχτά αντίπαλο, χρειαζόταν την, έστω και απρόθυμη, άδειά του. Έχοντας ανακτήσει πλήρως την αυτοκυριαρχία του, ο Στήμονας επεξεργαζόταν τα δεδομένα και τις εναλλακτικές, αφήνοντας και στον Θνήσκο χρόνο να εκτονώσει τα δικά του νεύρα. Το πρόβλημα ήταν δύσκολο, όμως ο Στήμονας γρήγορα κατέληξε σε σχέδιο που του φαινόταν ότι τους έδινε τις καλύτερες πιθανότητες σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. 
 
Άλλαξε λοιπόν άρδην τακτική. Γυρίζοντας προς τους χωριανούς του, τους είπε μεγαλόφωνα στον πιο επίσημο τόνο που μπόρεσε να επιστρατεύσει: "Ο σοφός Θνήσκος έχει δίκιο!! Η Ιερή Στοίβα με τα ξύλα είναι του θεού! Η Ιερή Στοίβα είναι του θεού", επανέλαβε για έμφαση με στόμφο, "και η φωτιά είναι του θεού, και η στοίβα και η φωτιά του θα μας σώσουν απ' το θηρίο. Κάντε ό,τι σας λέει ο σεπτός Θνήσκος, και προπαντός μην καταστρέψει κανείς την Ιερή Στοίβα!". Λέγοντάς τα αυτά, είχε κινηθεί αργά προς την στοίβα, και πριν προλάβει κανείς ούτε να καταλάβει τίποτα ούτε να τον εμποδίσει, άρπαξε ένα μεγάλο κλαδί από την κορυφή της, το σήκωσε ψηλά και φώναξε: «Η Ιερή Στοίβα είναι του θεού, και δεν επιτρέπεται να την καταστρέψουμε για κανένα λόγο! Όμως μια στοίβα παραμένει στοίβα, ακόμα κι όταν της αφαιρέσεις ένα κλαδί! Ορίστε, όπως βλέπετε πήρα ένα κλαδί και η στοίβα δεν έχει χαλάσει καθόλου.... Έτσι δεν είναι;» γύρισε προς τον Θνήσκο για επιβεβαίωση, προχωρώντας ταυτόχρονα προς το μέρος του, κραδαίνοντας ψηλά το κλαδί που πήρε, ώστε να το βλέπουν όλοι. «Θα είχες πρόβλημα να τελέσεις την Κατασπαρανομία σ’ αυτή την Ιερή Στοίβα με το ένα λιγότερο κλαδί;», ρώτησε επιτακτικά τον Θνήσκο. «Κι αν ναι, πώς θα το καταλάβαινες αν είχα αφαιρέσει το ξύλο χωρίς να βλέπεις;»
 
Η ένταση της στιγμής ήταν αφόρητη, ο κόσμος σαν να είχε μαρμαρώσει, κι ο ψυχολογικός χρόνος ακινητοποιήθηκε για όλους. Η πρόκληση χειροπιαστή κι η αντιπαράθεση αδύνατον πια να παρακαμφθεί. Κανείς δεν καταλάβαινε τι έκανε ο Στήμονας και γιατί, όλοι όμως καταλάβαιναν ότι η ζωή του κρεμόταν από μια τρίχα. Κανείς δεν αφαιρεί κλαδί της Ανέγγιχτης Ιερής Στοίβας χωρίς φοβερές συνέπειες, κι απ’ την άλλη, απάντηση στην ερώτηση του Στήμονα δεν φαινόταν καθόλου εύκολο να δωθεί ... Είχε άραγε πειστική απάντηση ο Θνήσκος; 
 
Ο Θνήσκος ήταν πολύ περπατημένος και είχε πλήρη συναίσθηση πως κάτι σημαντικό διακυβευόταν, η πικρή όμως αλήθεια ήταν ότι, παρά την τεράστια πείρα του, αυτή την φορά είχε αιφνιδιαστεί. Όποιο κι αν ήταν το παιγνίδι που παιζόταν, δεν είχε τον χρόνο ούτε την διαύγεια να το ενσωματώσει ξεκάθαρα και να καταστρώσει την δική του τακτική. Με όλο το χωριό να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα, καταλάβαινε πολύ καλά πως κάθε λέξη και κάθε κίνηση και κάθε δευτερόλεπτο μετρούσε. Όμως τα γεμάτα σεβασμό λόγια του Στήμονα σε συνδυασμό με την απροκάλυπτα απειθή πράξη του, και τον επιδέξιο τρόπο που έθεσε την ερώτησή του, τον είχαν αποσυντονίσει κάπως. Να έλεγε πως η στοίβα καταστράφηκε, πώς όμως θα απαντούσε στην ερώτηση χωρίς να ακουστεί κακόπιστος και χάσει σε αξιοπιστία; Πάλι αν ο καθένας αισθανόταν ελεύθερος να παίρνει ξύλα από την Ιερή Στοίβα, ποιά θα ήταν η δική του θέση; Συνειδητοποιούσε ότι είχε στριμωχτεί για τα καλά. Έμεινε σιωπηλός προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο, να σκεφτεί την σωστή ατάκα ν’ απαντήσει, όμως ο Στήμονας δεν του άφησε πολύ περιθώριο. Πλησίασε κοντά του και, με μια απότομη και κάπως απειλητική και θεατρινίστικη κίνηση που σήμαινε πολλά, του πρόσφερε το κλαδί. Ο Θνήσκος τινάχτηκε στιγμιαία φοβισμένος, σαν να περίμενε ότι θα τον χτυπήσει μ’ αυτό, και μετά μηχανικά και κάπως σαστισμένος το πήρε και το κράτησε, με το ύφος του Σκωτσέζου μέσα στο ντους του. "Ναι σωστά", ψέλλισε χωρίς να μπορέσει να το καλοσκεφτεί, "η στοίβα δεν καταστρέφεται από την αφαίρεση ενός κλαδιού" ... "Σωστά", ξαναείπε κάπως αμήχανα, σαν μιλώντας στον εαυτό του...

Μετά, πριν προλάβει ο Θνήσκος ν' αλλάξει γνώμη αν η ερμηνεία που έδωσε ο Στήμονας στην έννοια της «καταστροφής» της Στοίβας ήταν τελικά συμβατή με τον απαράβατο θείο νόμο, «ξαναχτύπησε» ο Στήμονας και πάλι δίνοντας με παρόμοιο τρόπο ένα κλαδί και στον Όρχη και λέγοντας ταυτόχρονα με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση και έδινε τον τόνο του επείγοντος της στιγμής: "Όπως παρήγγειλε ο σεβαστός Θνήσκος, μην τολμήσει κανείς να καταστρέψει την στοίβα. Όλοι οι άντρες να πάρουν ο καθένας από δύο κλαδιά, ένα σε κάθε χέρι, αλλά προσοχή, να αφαιρείτε ένα-ένα τα κλαδιά και χωρίς να την καταστρέψετε! Σχηματίστε κύκλο γύρω από την στοίβα, τόσο μεγάλο ώστε ο καθένας να απέχει από τον διπλανό του όσο ανοίγουν τα χέρια του. Οι γυναίκες με τα παιδιά στην μέση του κύκλου κοντά στην Ιερή Στοίβα! Κανείς να μην ανάψει το κλαδί του πριν ο θεός μας δώσει το σημάδι του. Όταν είναι η ώρα κι έρθει το σημάδι του θεού, θα περάσει η φωτιά από καθέναν στον διπλανό τον, ξεκινώντας από μένα, χωρίς να χαλάσει ο σχηματισμός! Ξαναλέω, ξύλα σβηστά, κύκλος, σημάδι, φωτιά από τον διπλανό, πρώτος εγώ, προσοχή στον σχηματισμό. Τα υπόλοιπα στην ώρα τους, να έχετε το νου σας στα παραγγέλματά μου. Εμπρός ξεκινάτε!".

"Ευτυχώς που υπάρχει και η Ανάσταση με τα δαδιά", σκέφτηκε ο Στήμονας [στις μέρες μας έχουν πια εκφυλιστεί σε κεριά], "αλλιώς η άσκηση αυτή θα χρειαζόταν πολλές δοκιμαστικές απόπειρες πριν να έχει έστω και μικρή ελπίδα επιτυχίας. Να που ο Θνήσκος με τις τελετές του έχει και κάποια πραγματική χρησιμότητα τελικά...", βρήκε ένα στιγμιαίο κενό για να φιλοσοφήσει, την ώρα που άναβε το κλαδί του στην κύρια μόνιμη εστία φωτιάς που διατηρείτο με ευλάβεια στο κέντρο του χωριού αναμμένη 24 x 7 [εγκυκλοπαιδικά καθαρά αναφέρω ότι για κάλυψη των απρόοπτων υπήρχε και ταυτόσημη δευτερεύουσα εστία στην βόρεια άκρη του χωριού, που με αυστηρή εντολή του Θνήσκου συγχρονιζόταν 3 φορές την ημέρα με την κύρια, από 13 αγνές παρθένες με πλούσια και μακρυά μαλλιά]. 
 
Οι άλλοι άντρες υπάκουσαν. Διστακτικά είναι αλήθεια, γιατί το ταμπού της Ανέγγιχτης Ιερής Στοίβας ήταν πολύ ισχυρό. Όχι όσο το σεξ, πάντως συγκρίσιμο. Μάλλον ήταν εντάξει όμως, αφού ο Θνήσκος είχε δώσει άδεια. Κι ο Όρχης, που όλοι τον ήξεραν για την ευσέβειά του, ήδη κρατούσε ένα κλαδί. Διστακτικά λοιπόν στην αρχή, ξεκινώντας από τα περιφερειακά κλαδιά που είχαν κυλήσει μακρυά από την Στοίβα, κι ήταν ασφαλέστερο να θεωρηθεί πως δεν της ανήκαν, πιό θαρρετά στην συνέχεια όσο κανείς δεν φαινόταν να κεραυνοβολείται από την θεία οργή, υπάκουσαν τελικά στην οδηγία του Στήμονα να πάρουν δύο κλαδιά ο καθένας, αλλά, προσοχή, πάντα ένα-ένα. Και το τήρησαν όλοι με σχολαστική επιμέλεια. Μέσα όμως στην γενική οχλοβοή και τον αχό της διάσπαρτης αγωνίας, οι άντρες παρασύρθηκαν και κανείς δεν πρόσεξε ότι ξαφνικά η Ιερή Στοίβα μίκρυνε τόσο που, ήταν ζήτημα αν παρέμενε Ιερή και εξαιρετικά αμφίβολο αν ήταν πια στοίβα. Δηλαδή για να ακριβολογούμε, που είναι εξαιρετικά σημαντικό, η στοίβα τελικά εξαφανίστηκε τελείως. Ούτε ένα κλαδί δεν είχε μείνει να μαρτυρά την παρουσία της. Όπου αποδείχθηκε για πρώτη φορά ότι, κατά τις προδιαγραφές της Ιερής Στοίβας, δεν αντιστοιχούσαν ούτε δύο κλαδιά ανά ενήλικα άνδρα της Θρήμης. 
 
Εκείνη ακριβώς την στιγμή διάλεξε ο απομηχανής θεός να βάλει το τρίτο χέρι του (αριστερόχειρας ήταν μάλλον στο δεύτερο ζευγάρι χέρια, αν και ο Θνήσκος το ερευνά ακόμα στις γραφές και δεν το έχει ακόμα κατασταλάξει τελείως), και να εκτρέψει την προσοχή μακρυά από την κατεστραμμένη Ιερή Στοίβα, γιατί ακούστηκε ένας εξαιρετικού χρονισμού με την ιστορία μας βρυχηθμός, τόσο φοβερός που όμοιό του δεν είχε ξανακούσει ούτε ο σοφός Θνήσκος στον πιο βαθύ διαλογισμό του. Κανένας, ούτε και ο ίδιος ο Θνήσκος που τον έκαιγε το ερώτημα, δεν βρήκε την διαύγεια πνεύματος να κοντοσταθεί και να αναρωτηθεί αν ο βρυχηθμός ήταν τιγρίσιος, λιονταρίσιος, αλεπουδίσιος ή κάποιο μίγμα, κι έτσι δυστυχώς, η πληροφορία αυτή χάθηκε για πάντα στους εκθετικά αποσβενόμενους παλμούς του χρόνου... Ή μήπως του ήχου, δεν θυμάμαι καλά...

Ευτυχώς δηλαδή που δεν είχε ο Στήμονας ανακαλύψει ακόμα το γυαλί, γιατί μ' αυτό τον βρυχηθμό δεν θα είχε μείνει τζάμι σ' όλο το χωριό και όχι μόνο θα καταστρεφόταν μια και καλή όλα τα πολύτιμα γυαλικά της γυναίκας του Όρχη, μπορούσε και να κοπεί άσχημα κανένας άνθρωπος! Ελλείψει τζαμιών και γυαλικών, εντάξει τι να κάνουμε, είπαμε, αυτά έχουν οι ιστορίες με πρωτόγονους, σαν από ριπή του ανέμου έτριξαν από τον τρομερό βρυχηθμό... τα δένδρα. Μάλιστα, τα δένδρα! Γιατί δηλαδή, λίγο σας πέφτει το τρίξιμο των δένδρων; Δεν είχε και πολλά δένδρα στην Θρήμη, αυτά όμως που είχε έτριξαν ανελιπώς! Περιττό να το περιγράψω, ο τρόμος που ακολούθησε και ο πανικός ήταν απερίγραπτος, κι αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που δεν το κάνω. Δηλαδή, για να ακριβολογούμε, οι δύο λόγοι.

Ο μόνος σ' ετοιμότητα επειδή ήταν προετοιμασμένος ψυχολογικά, ο Στήμονας. "Να το θείο σημάδι!!!" φώναξε, όσο δυνατά σήκωναν τα πονεμένα πνευμόνια του. "Ανάψτε όλοι τα ξύλα σας από τον διπλανό σας! Το σημάδι!! Δεν χαλάμε τον σχηματισμό! Ανοίξτε τον κύκλο λίγο ακόμα, τα ξύλα αναμμένα και προτεταμένα οριζόντια και προς την εξωτερική μεριά του κύκλου, προέκταση της ακτίνας, κάθετα προς την περιφέρεια, 30 μοίρες ψηλότερα το κλαδί σου Μόρφο συγκεντρώσου...". Και στις πιο δύσκολες στιγμές δεν χάνει την αγάπη του για την ακρίβεια, την αισθητική και την ποιότητα, πάντα το θαύμαζα αυτό σ' αυτό το παιδί...

Τα υπόλοιπα, όπως λεν, είναι ιστορία. Δηλαδή όχι ακριβώς ιστορία, κάτι θολό και παράξενο ανάμεσα σε μύθο και ιστορία, όπως παράξενη ήταν και η γιγάντια τίγρη, ή για να ακριβολογούμε, ωτολιονταρουραλεπουδότιγρη. Το σίγουρο είναι πως για χρόνια, για αιώνες και για χιλιετηρίδες μετά, οι απόγονοι της φυλής την διηγούνται ακόμα. Και για να υπάρχουν απόγονοι να την διηγούνται, σημαίνει πως είχε "ευτυχές τέλος". Ευτυχές δηλαδή, όχι για την τίγρη, ούτε και για την Ανέγγιχτη Ιερή Στοίβα, όμως για όλους τους χωριανούς από τους οποίους ως εκ θαύματος, δεν έπαθε κανείς τίποτα σοβαρό. Χέρι θεού και πάλι, κι έτσι εξηγήθηκε επιτέλους και ο λόγος που ο θεός έχει πολλά χέρια. Είναι για να τα βάζει παντού...

Οι μεγαλύτεροι δεν βαριούνται ποτέ να περιγράφουν με όλες τις λεπτομέρειες, πώς όρμησε η θεόρατη ο_θεός_να_την_κάνει_τίγρη στο χωριό, πώς ο σοφός και άγιος Θνήσκος εκτός που είχε προνοήσει για την Ιερή Στοίβα που αποτέλεσε την κρίσιμη πηγή των δαυλών, μεσολάβησε με τους διάφορους μεταφυσικούς του τρόπους και για άφθονη θεία βοήθεια, πώς έδωσε θάρρος ο θεός σε όλους για να παλέψουν όσο καλύτερα γινόταν, και καλύτερα, πώς με όπλο την φωτιά αντιστάθηκαν οι άντρες κραδαίνοντας μακρόστενα αναμμένα κλαδιά ένα σε κάθε χέρι, σε ελλειψοειδή σχηματισμό με την πρωτεύουσα εστία του χωριού στην μία του εστία, και την δεύτερη να κινείται κατά τα παραγγέλματα του Στήμονα, πώς ο Όρχης τραυματίστηκε πολεμώντας σαν λιοντάρι, όμως κανονικό, χωρίς ούτε παράξενα αυτιά ούτε παράξενη ουρά ούτε τίποτα, πώς τον έσωσε με αυτοθυσία ο Μόρφος από τις δοντάρες της τίγρης, μεγάλες όσο το μπράτσο δίμετρου άντρα, στο πλάτος, γιατί, για να ακριβολογούμε, στο μήκος έφερναν περισσότερο με κέρατο ρινόκερου..., κλπ., κλπ., κλπ. Χαίρονται να τα διηγούνται όλ’ αυτά πάλι και πάλι, κι άλλα πολλά και θαυμαστά. 
 
Κρίμα! Κρίμα που ο Στήμονας δεν είχε ακόμα εφεύρει το ελικόπτερο, γιατί το θέαμα από ψηλά θα ήταν μαγευτικό. Ο φωτεινός διάστικτος παλλόμενος κύκλος από φλόγες μέσα στην νύχτα που μόλις είχε πέσει εν τω μεταξύ, και η σκιά του ελισσόμενου θηρίου, ούτε χορογραφία του Παπαϊωάννου δεν την φτάνει την σκηνή. Το ελικόπτερο βέβαια θα κατέστρεφε τον ήχο. Από κει ψηλά δεν θα ήταν ήχος αλλά αχός. Ο αχός των βρυχηθμών του υπέροχου ζώου, που ήθελε να χορτάσει την πείνα του εις βάρος της Θρήμης, αλλά βρέθηκε σε μια κατάσταση που καθόλου δεν την είχε υπολογίσει, να αγωνίζεται για την επιβίωση την δική του. Ο αγώνας δεν ήταν μόνο τιτάνιος, ήταν ταυτόχρονα υψηλών αισθητικών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Λέγεται δε συχνά, νά' ναι άραγε αλήθεια, ότι απ’ τον απόηχό της, χιλιάδες χρόνια μετά, εμπνεύστηκαν οι αρχαίοι Έλληνες τον μύθο της τιτανομαχίας...

Εκείνη μάλιστα την συγκεκριμένη νύχτα, σ’ αυτή την καθοριστική για την ανθρωπότητα μάχη κοινότητας ανθρώπων με θηρίο, πρωτογεννήθηκε και ο διάσημος τακτικός ελιγμός που πολύ αργότερα θα προσάρμοζε ο Μιλτιάδης στις ανάγκες της Μάχης του Μαραθώνα. Δεν μπορούμε βέβαια να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έγινε, τουλάχιστον μέχρι να γυριστεί η σχετική ταινία (που θ’ αποτυπώσει ελπίζω με τεχνική επάρκεια και καλλιτεχνική φαντασία και τον ήχο που λέγαμε), όμως είναι βέβαιο ότι ο κύκλος κάποια στιγμή υποχώρησε σε μια πλευρά του (καλά έχει πλευρές ο κύκλος;) κι έγινε ένα μισοφέγγαρο, ένας μηνίσκος για την ακρίβεια, με την τίγρη στην κοιλότητα να επιτίθεται ταυτοχρόνως και στα δύο τόξα που είχαν πλησιάσει μεταξύ τους. Απ’ ό,τι λέγεται, ο Στήμονας έδωσε την εντολή, και οι άνδρες του εξωτερικού τόξου του μηνίσκου αραίωσαν αστραπιαία, σχηματίζοντας μαζί με το μικρό τόξο που έμεινε ακίνητο, ολόκληρη την πανσέληνο γύρω από την τίγρη, που βρέθηκε έτσι κυκλωμένη από παντού, να προσπαθεί ν’ αποφύγει τα φλεγόμενα κλαδιά που κινούνταν απειλητικά προς το μέρος της. Είναι βέβαια σαφές ότι στην διάρκεια των ελιγμών αυτών ο κύκλος των ανδρών, για να ακριβολογούμε, δεν ήταν καθόλου κύκλος, αυτό όμως απ’ ό,τι φαίνεται, σαν από θαύμα, δεν εμπόδισε καθόλου την επιτυχία τους. 
 
Μεγάλο ενδιαφέρον στις μετέπειτα διηγήσεις συγκεντρώνουν και οι μακρόσυρτες ανακρίσεις που ακολούθησαν κατ' επιταγήν του Θνήσκου, για να βρεθεί ο ένοχος που, παρά τις σαφέστατες και κατηγορηματικές οδηγίες, κατέστρεψε στην απροσεξία του την Ιερή Στοίβα. Ούτε ψύλλος στον κόρφο του δεν ήθελε κάποιος να είναι, όταν θα εντοπιζόταν. Ο νόμος ήταν σαφής, όπως διευκρίνισε γι' ακόμα μια φορά ο Θνήσκος. Βασανιστικός, αργός θάνατος δι' εξονταναπευαρχισμού! Οι Θρήμιοι, δεν ήταν τόσο που, όσο κι αν απέφευγαν να το παραδεχτούν, από διαδικαστικής καθαρά απόψεως, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα τι σημαίνει η τιμωρία αυτή ούτε καν στο περίπου. Το κυριότερο ήταν που δεν είχαν επίσης την παραμικρή όρεξη να μάθουν! Ταυτόχρονα δεν έβλεπαν με ποιό τρόπο θα την γλίτωναν. Ένοχος υπήρχε με βεβαιότητα, αυτό ήταν προφανές σε όλους, τόσο όσο και η αδιανόητη φρικαλεότητα της επικείμενης τιμωρίας. Η στοίβα στην αρχή είναι βέβαιο πως υπήρχε, και στο τέλος όχι. Το μόνο λογικό συμπέρασμα ήταν πως κάποιος, κάποια συγκεκριμένη στιγμή, αφαιρώντας ένα συγκεκριμένο κλαδί την κατέστρεψε! Ούτε έτρεφαν κάποια έστω και αμυδρή ελπίδα ότι δεν θα εντοπιζόταν ο ένοχος! Κανείς δεν αμφέβαλε για την παντογνωσία και παντοδυναμία του θεού. Σε όλους ήταν σαφής και βέβαιη τόσο, όσο ότι οι ίδιοι έχουν δύο χέρια κι ο θεός τέσσερα.
Ο εντοπισμός του ενόχου όμως, για μεγάλη έκπληξη του Θρήσκου, αποδείχθηκε εξαιρετικά δυσχερής, και όχι γιατί ήταν δύσκολο να βρεθούν ακριβείς και αξιόπιστες μαρτυρίες. Αυτό για έναν παντογνώστη θεό και τον εκπρόσωπό του δεν είναι πρόβλημα. Το πρόβλημα του εντοπισμού, εντοπιζόταν αλλού. Από τους μεν άντρες, οι περισσότεροι ορκιζόντουσαν σε ό,τι έχουν ιερό (και όλοι ξέρουμε τι είναι αυτό), ότι αφαίρεσαν μόνο ένα κλαδί την φορά, κι αυτό προσεκτικά και νομότυπα, χωρίς να επηρεάσουν ουσιαστικά ούτε το μέγεθος ούτε το σχήμα της Ιερής Στοίβας. Υπήρχαν βέβαια και οι λίγοι που βεβαίωναν ότι όταν εκείνοι πήραν κλαδί, η στοίβα είχε ήδη μικρύνει και διαλυθεί σε βαθμό που με τίποτα δεν έφερνε σε Ιερή Στοίβα, επομένως είχε πάψει να υφίσταται ως τέτοια. Οι γυναίκες πάλι, που είχαν και καλύτερη οπτική γωνία, βεβαίωναν κι αυτές ότι η στοίβα εξαφανίστηκε μεν, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να εντοπιστεί συγκεκριμένη στιγμή που έγινε αυτό. Μυστήριο μέγα. Εναπόκειτο στον Θνήσκο να γνωμοδοτήσει τις προδιαγραφές του θεού για το πότε ακριβώς καταστρέφεται η Ιερή Στοίβα, όταν της αφαιρείται ένα κλαδί την φορά. Πώς όμως να το κάνει με τρόπο πειστικό που δεν θα άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης; Οι μετοχές του Στήμονα είχαν ανέβει στο χωριό ως αποτέλεσμα των πρόσφατων ενεργειών του, κι ο Θνήσκος δεν ήταν κανένας ανόητος να μην καταλαβαίνει ότι περπατούσε πάνω σε τεντωμένη κλωστή...

Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα λεπτή, το πρόβλημα ακανθώδες, και το άγχος μεγάλο για όλους, γιατί κανείς δεν παραδεχόταν ότι ήταν ένοχος ο ίδιος, ούτε όμως και ήταν σίγουρος πως δεν ήταν! Ποιόν θα ζητούσε τελικά ο θεός εξιλαστήρια θυσία; Πολλούς κρατούσε ξάγρυπνους την νύχτα το ερώτημα αυτό και αμαύριζε την χαρά της κοινότητας για την επικράτησή της στην φοβερή μάχη. Τελικά την λύση στο αδιέξοδο που ταλάνιζε το χωριό, έδωσε ο ίδιος ο Θνήσκος και η εμπειρία του στα μεταφυσικά. Κι ήταν μια λύση αντάξια της μεγάλης του σοφίας! Ουδείς αρμοδιότερος του Θνήσκου για να σκεφτεί το κενό στον συλλογισμό που αποδείκνυε την ύπαρξη ενόχου. Η απόφανσή του; Απλό. Θεία Παρέμβαση! Κανείς δεν ήταν ένοχος!! Απλό και μεγαλοφυές! Είναι γνωστό πια σε όλους του σύγχρονους συναδέλφους του Θνήσκου, ότι όταν ένας λογικός συλλογισμός χωρίς κενό δημιουργεί προβλήματα, η Θεία Παρέμβαση μπορεί με άνεση να του δημιουργήσει ένα! Αυτό που δεν είναι γνωστό καθόλου είναι ότι η πατρότητα της θεμελιώδους αυτής αρχής της ιεροσύνης, πού αργότερα επεκτάθηκε βέβαια και στην αντίστροφή της, ανήκει δικαιωματικά στον καινοτόμο Θνήσκο που την συνέλαβε και την εφάρμοσε πρωτοποριακά και μ' εξαιρετική επιτυχία στην συγκεκριμένη συγκυρία, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ευημερία και ηρεμία της μικρής κοινωνίας της Θρήμης.

Προφανώς λοιπόν, όπως αποδείχθηκε (και για να ακριβολογούμε, όπως αποφάνθηκε ο Θνήσκος), σ’ αυτήν ειδικά την περίσταση, ο θεός εξαφάνισε ο ίδιος ως δια μαγείας, την Ιερή Στοίβα, ώστε να μπορέσουν οι άντρες να χρησιμοποιήσουν και τα υπόλοιπα κλαδιά και να σωθεί η Θρήμη, το αγαπημένο του χωριό! Απόδειξη οι μαρτυρίες όλων ότι η Στοίβα εξαφανίστηκε ξαφνικά. Ποιά ακριβώς στιγμή, δεν ξέρουμε, δική του δουλειά. Αυτό που ξέρουμε στα σίγουρα είναι ότι το αόρατο χέρι του θεού, μάλλον το τέταρτο ήταν γιατί τελευταία φορά που μέτρησα τα άλλα τρία ήταν ήδη απασχολημένα, δημιούργησε ένα κενό στο χρόνο (το ίδιο που αργότερα μετασχηματίστηκε σε λογικό κενό του συλλογισμού), εντός του οποίου εξαφανίστηκε η Στοίβα κι έγινε ξαφνικά διεσπαρμένα άσχετα κλαδιά. Άλλη πειστική εξήγηση δεν υπήρχε! Το κυριότερο όμως ήταν ότι ούτε και χρειαζόταν. Όλοι αναστέναξαν με ανακούφιση κι ευγνωμοσύνη στο εύρημα αυτό, που πιστώθηκε ως μια ακόμα κρίσιμη προσφορά του Θνήσκου στον αγώνα της Θρήμης κατά της τίγρης. Κι όλοι αισθάνθηκαν ελεύθεροι επιτέλους, να χαρούν από τα βάθη της ψυχής τους την απίστευτη πραγματικότητα ότι ήταν ακόμα ζωντανοί κι είχαν νικήσει το φοβερό τέρας, και μάλιστα εντός της αυστηρής θείας νομιμότητας. 
 
Η κορύφωση όμως της διήγησης, το σημείο με την πιο έντονη κρυφή ευχαρίστηση τόσο για τους εξιστορητές όσο και για τους ακροατές τους, είναι πάντα το πόσο μεγάλη ήταν η τίγρη. Ήταν τόσο μεγάλη, όσο, πόσο να πούμε, όσο τρεις συνηθισμένες, κανονικές τίγρεις και δύο λιοντάρια. Και για να ακριβολογούμε, αν όχι σε πραγματικό όγκο, πάντως σε ψυχολογική εντύπωση εκείνων που την έβλεπαν. Ίσως και παραπάνω. Βάλε δηλαδή και πέντε-έξι αλεπούδες, από τις μικρές όμως, στα καπούλια, προς την μεριά της ουράς. Τόσο μεγάλη, που όταν μετά την νίκη τους θέλησαν να την θυσίασουν στην ειδική πανηγυρική Αιματουσιώδη Κατασπαρανομία, η Κανονική (με την πιο επίσημη έννοια του όρου) Ιερή Στοίβα όπως ήταν προδιαγεγραμμένη στην ιερή παράδοση, τα αρχαία κείμενα και την μνήμη του Θνήσκου, δεν έφτανε, για να το θέσω κάπως ωμά, "ούτε για ζήτω".

Κι αναγκάστηκε για να τελέσει νομότυπα την Αιματουσιώδη Κατασπαρανομία τους με ανάθυμα την τίγρη, να λάβει ο Θνήσκος ειδική θεία άδεια και οδηγίες, ώστε να τους επιτραπεί να ετοιμάσουν κατ' εξαίρεση μια Ιερή Στοίβα ειδικού αντίστοιχου μεγέθους. Οπότε η ιστορία μας, ως ζηλωτής των περιπετειών του Αστερίξ, καταλήγει με τρικούβερτο τσιμπούσι, όπου από την τίγρη δεν έμειναν ούτε τα κοκκαλάκια! Δηλαδή για να ακριβολογούμε, τα κοκκαλάκια έμειναν, αλλά μόνο αυτά. Δηλαδή αυτά και τα παράξενα αυτιά και η ουρά της, τεκμήριο ακλόνητο της παρατηρητικότητας και αξιοπιστίας του Στήμονα. Σφάλμα του Θνήσκου να τον αμφισβητήσει, σφάλμα που παραδέχτηκε και ο ίδιος με γενναιοφροσύνη, όταν πια η ένταση καταλάγιασε, κι εξήγησε δημόσια πώς, λόγω κούρασης και έγνοιας, δεν ερμήνευσε σωστά τα ξεκάθαρα σημάδια που του είχε δώσει ο θεός στην προηγούμενη Κατασπαρανομία, για τον επερχόμενο πρωτοφανή κίνδυνο. Κι έτσι, τέλος καλό όλα καλά, επανήλθαν Θνήσκος και Στήμονας, στην προηγούμενη εύθραυστη πάντα ισορροπία της ελάχιστα συγκαλημένης αντιπάθειας που όμως δεν ξεπερνά τα κοινωνικά εσκαμμένα, για το καλό της κοινότητας.
 
Τον τεράστιο σκελετό της τον έθαψαν σύμφωνα με όλους τους νόμους και τους προφήτες που εντόπισε ο Θνήσκος. Και παραμένει άθικτος, ανέπαφος από τον χρόνο, αδιάψευστη μαρτυρία της αλήθειας των γεγονότων. Περιττό και ν' αναφερθώ πόσο τυχερός θα είναι ο παλαιοντολόγος που θα τον εντοπίσει πρώτος! Και με τέτοιο μέγεθος, δεν θα πρέπει νά’ ναι δα και πολύ δύσκολο...

Τα αυτιά και την ουρά της τα συντήρισαν όσο καλύτερα μπορούσαν, και για πολύ καιρό τα επιδείκνυαν για του λόγου το αληθές της ιστορίας, σε κάθε αρμόζουσα περίσταση. Δυστυχώς όμως δεν είχαν στην Θρήμη ανεπτυγμένη τεχνογνωσία μουμιοποίησης ακόμα, τι να πρωτοπροφτάσει πια κι αυτός ο Στήμονας, οπότε δεν άντεξαν για πολύ, και τελικά αποσυντέθηκαν. Ποιά ακριβώς στιγμή έπαψαν να είναι τ’ απομεινάρια των παράξενων αυτιών και της ουράς της τίγρης κι έγιναν ένα με την γη, τον ουρανό και την θάλασσα, έχει μέχρι στιγμής αποδειχθεί τόσο άπιαστο ερώτημα, όσο και το πότε ακριβώς καταστράφηκε, αυτή την μία και μοναδική φορά, η Ιερή Στοίβα, αλλά και το αν ήταν ή δεν ήταν τελικά η τίγρη, τίγρη. Τόσο άπιαστα ερωτήματα αποδείχθηκαν και τα τρία, που κάποιοι τολμούν να λένε πώς, όσο κι αν ερευνήσουμε, ό,τι σχετικό κι αν μάθουμε, όσο σοφότεροι κι αν γίνουμε, δεν πρόκειται ν’ απαντηθούν ποτέ.

Επομένως, στην Θρήμη πάντα θά' χουν δυστυχώς, μεγάλο πρόβλημα στην ακριβολογία._



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου